Σύμφωνα με τον επικεφαλής εξωτερικών υποθέσεων της ΕΕ, ενδέχεται να βρισκόμαστε στην αρχή του Αιώνας της Ασίας που θα σηματοδοτήσει το τέλος του αμερικανοκεντρικού παγκόσμιου συστήματος, καθώς η Ευρώπη επιδιώκει να καταστρώσει μια διπλωματική στρατηγική μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ.

«Οι αναλυτές μιλούν εδώ και καιρό για το τέλος του αμερικανοκεντρικού συστήματος και την άφιξη ενός Ασιατικού αιώνα. Αυτό συμβαίνει αυτή τη στιγμή μπροστά στα μάτια μας», ανέφερε ο ο Γιοζέπ Μπορέλ σε μια ομάδα Γερμανών διπλωματών τη Δευτέρα, προσθέτοντας ότι η πανδημία του κοροναϊού ενδέχεται να αποτελέσει το κομβικό σημείο που θα αναγκάσει την Ευρώπη να «επιλέξει πλευρά».

Σε σχόλια που φαίνονται να επιβεβαιώνουν ότι η ΕΕ σκοπεύει να επιταχύνει τη μετάβαση προς μια πιο ανεξάρτητη και επιθετική στάση απέναντι στο Πεκίνο, τόνισε ότι η ΕΕ πρόκειται «να ακολουθήσει τα δικά της συμφέροντα και αξίες και να αποτρέψει την εργαλειοποίησή της είτε από τη μία είτε από την άλλη πλευρά».

«Χρειαζόμαστε μια πιο ρωμαλέα στρατηγική απέναντι στην Κίνα, πράγμα που απαιτεί και καλύτερες σχέσεις με την υπόλοιπη, δημοκρατική Ασία», πρόσθεσε.

Η ΕΕ φάνηκε διστακτική απέναντι στην δηκτική στάση του Ντόναλντ Τραμπ προς την Κίνα, όμως η επίθεση του Πεκίνου στην ανεξαρτησία του Χονγκ Κονγκ και η αυξανόμενη προθυμία του να σταθεί στο πλευρό των Ευρωπαίων λαϊκιστών σε συνδυασμό με την άρνησή του να ανοίξει τις αγορές του, έχει οδηγήσει σε αλλαγή στρατηγικής της ένωσης, σύμφωνα με τους αναλυτές.

Η Μαγκρέτ Βεστάγκερ, επίτροπος της ΕΕ και κεντρική φιγούρα στη μελλοντική στρατηγική της ένωσης απέναντι στην Κίνα, έχει τονίσει πρόσφατα πως διαπιστώνει απουσία αμοιβαιότητας. «Στο κομμάτι της δυτικής Νορβηγίας όπου μεγάλωσα, μας δίδασκαν ότι όταν καλείς κάποιον για δείπνο και εκείνοι δεν ανταποδίδουν την πρόσκληση, σταματάς να το κάνεις», εξήγησε. Ανέφερε ότι η Ευρώπη θα πρέπει να είναι πιο «δυναμική και να δείχνει μεγαλύτερη πίστη στην ταυτότητά της».

Ο Μπορέλ έχει παραδεχθεί στο παρελθόν ότι η ΕΕ έχει υπάρξει αφελής απέναντι σε ορισμένα χαρακτηριστικά της Κίνα, όμως υπογράμμισε ότι αυτή η περίοδος έχει τελειώσει. Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε αυτό το μήνα από πολλές ευρωπαϊκές εφημερίδες, παρότρυνε σε συλλογική πειθαρχία στο ζήτημα των σχέσεων με την Κίνα.

Ήδη μια ομάδα έμπειρων πολιτικών στη Γαλλία και τη Γερμανία εκφράζουν όλο και πιο έντονα την κριτική τους για την ασιατική υπερδύναμη, εξαιτίας αυτού που αντιμετωπίζουν ως διάθεση της Κίνας να διχάσει την ένωση όπως έκανε στο παρελθόν η Ρωσία, μέσα από ένα μείγμα παραπληροφόρησης και δημιουργίας συμμαχιών με τους ακροδεξιούς λαϊκιστές, οι οποίοι υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να γίνονται ανεκτοί από την κομμουνιστική κυβέρνηση της Κίνας.

Πώς θα επηρεαστεί η οικονομία;

Κανείς δεν γνωρίζει μέχρι που θα φτάσει η ΕΕ ακολουθώντας αυτόν τον «νέο ρεαλισμό», σε ό,τι αφορά τις οικονομικές σχέσεις της με την Κίνα. Οι καθημερινές εισαγωγές της ΕΕ από την Κίνα αγγίζουν το ένα δισ. ευρώ, όμως οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι ήδη υπάρχουν ενδείξεις πως δεν υπάρχει αμοιβαιότητα σε ό,τι αφορά το εμπόριο.

Η διαφοροποίηση έχει γίνει η λέξη – κλειδί για ζητήματα που κυμαίνονται από τις εφοδιαστικές αλυσίδες μέχρι την ασφάλεια των τηλεπικοινωνιών. Ο Μπορέλ έχει εκφράσει την έκπληξή του στη συνειδητοποίηση ότι όλες οι προμήθειες παρακεταμόλης της Ευρώπης προέρχονται από την Κίνα. Το υπουργικό συμβούλιο της Γερμανίας έχει ήδη εγκρίνει νέους νόμους που αποτρέπουν τις εξαγορές φαρμακευτικών εταιρειών από ξένες εταιρείες. Ο Γάλλος υπουργός οικονομικών, Μπρούνο Λαμέρ έχει αναφέρει ότι «ορισμένες εταιρείες είναι ευάλωτες, ορισμένες τεχνολογίες εύθραυστες και θα μπορούσαν να αγοραστούν από ξένους ανταγωνιστές με χαμηλό κόστος. Δεν θα επιτρέψουμε να συμβεί κάτι τέτοιο». Παράλληλα, οι σχέσεις Σουηδίας – Κίνας βρίσκονται κοντά στην κατάρρευση.

Η Κίνα κρυβόταν πίσω από τη Ρωσία

Ο Άντριου Σμολ, ο οποίος ανήκει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, αναφέρει ότι το Πεκίνο έχει κατορθώσει μέχρι στιγμής να κρυφτεί πίσω από την καχυποψία της ΕΕ για τη Ρωσία.

Συγκεκριμένα, έγραψε: «Επωφελήθηκε από αυτό που οι Ευρωπαίοι αντιμετώπιζαν ως αντίθεση μεταξύ Κίνας και Ρωσίας. Από αυτή την οπτική, ενώ η Ρωσία ήταν ανοιχτά εχθρική προς την ΕΕ, η Κίνα επεδίωκε απλώς την ματαίωση της Ευρωπαϊκής ενότητας σε μια σειρά από σινοκεντρικά ζητήματα. Τη στιγμή που η Ρωσία άκμαζε στο χάος που προκαλούσε, η Κίνα φαινόταν αξιόπιστη, καθώς ήταν ικανή να διατηρήσει το status quo σε περιόδους κρίσης. Και ενώ η Ρωσία διέδιδε ψευδείς ειδήσεις, με στόχο τους Ευρωπαίους πολίτες και επεδίωκε να φέρει λαϊκιστές στην εξοθσία, η Κίνα εστίαζε στη διατήρηση της θετικής της εικόνας και στην κατάκτηση των ελίτ από τα παρασκήνια».

Άλλωστε η Κίνα είχε βοηθήσει την Ευρώπη να ανακάμψει οικονομικά από την κρίση του 2007-8, εξαγοράζοντας χρέη και περιουσιακά στοιχεία που είχαν πτωχεύσει. Δεν συμμετείχε, όπως η Ρωσία, στις εκκλήσεις του Νάιτζελ Φαράζ για Brexit και απέφυγε να υποστηρίξει τη Ρωσία εις βάρος της Ουκρανίας.

Μεταξύ Κίνας και Τραμπ

Η αυθόρμητη τάση της ΕΕ να επιδείξει πιο σκληρή στάση απέναντι στην Κίνα συγκρατήθηκε εξαιτίας της αποστροφής για τις μεθόδους του Τραμπ, αλλά και από φόβο ότι αν απομακρυνθεί από την Κίνα, θα πρέπει να διεκδικήσει τον Τραμπ ως σημαντικότερο σύμμαχό της.

Μια σημαντική αλλαγή προέκυψε την Άνοιξη του 2019, όταν οι δυσκολίες στην πρόσβαση στην κινεζική αγορά αλλά και η εθνικιστική κατεύθυνση της κυβέρνησης του Σι Τζινπίνγκ, οδήγησαν την ΕΕ στο να χαρακτηρίσει την Κίνα «συστηματικό αντίπαλο που προωθεί εναλλακτικά μοντέλα διακυβέρνησης» στο πλαίσιο εγγράφου στρατηγικής.

Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την αλλαγή διάθεσης ήταν ποικίλοι. Η κινεζική πρωτοβουλία «Μία ζώνη, ένας δρόμος» απέτυχε εν πολλοίς να υλοποιηθεί καθώς η οικονομία της χώρας σταματούσε να αυξάνεται με τους τεράστιους ρυθμούς του παρελθόντος.

Όμως δεν ήταν ξεκάθαρο το πώς θα μεταφραζόταν το έγγραφο στρατηγικής του 2019 σε επίπεδο κρατών. Τον μήνα της δημοσίευσής του, η Ιταλία έγινε η πρώτη χώρα που υπέγραψε μνημόνιο επενδύσεων με την Κίνα στα πλαίσια του «Μία ζώνη, ένας δρόμος». Πολλά ευρωπαϊκά κράτη έχουν προχωρήσει σε μεμονωμένες συμφωνίες με την Huawei για τα δίκτυα 5G τους.

Το ίδιο το Πεκίνο επεδίωξε να ανακόψει την επιδείνωση των σχέσεων με την ΕΕ, ανακοινώνοντας ότι το 2020 θα ήταν η χρονιά της Ευρώπης μέσα από δύο μεγάλες συνόδους κορυφής και πολλές επίσημες υπογραφές. Η Κίνα συνέχισε και το «φλερτ» της με την ανατολική Ευρώπη, μέσα από αυτό που έγινε γνωστό ως ομάδα των 17+1.

Τέχνασμα η πολιτική γενναιοδωρίας της Κίνας

Ο Σμολ αναφέρει ότι το Πεκίνο φαίνεται πως έχει αποφασίσει να χρησιμοποιήσει την βαθιά εσωτερική πίεση που δέχεται η Ευρώπη, στο πλαίσιο του εκτεταμένου πολέμου των πληροφοριών γύρω από τις υποτιθέμενες ανεπάρκειες της δυτικής δημοκρατίας. «Δεν τους φτάνει να ισχυρίζονται ότι το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα έχει επιτύχει. Θέλουν να λένε ότι και οι υπόλοιποι απέτυχαν», σημείωσε.

Ο Μπορέλ χαρακτήρισε τέχνασμα την πολιτική γενναιοδωρίας της Κίνας και το διπλωματικό σώμα της ΕΕ κινήθηκε επίσης, κατηγορώντας την Κίνα ότι πραγματοποιεί «μια εκστρατεία παγκόσμιας παραπληροφόρησης για να μετακυλήσει την ευθύνη για το ξέσπασμα της πανδημίας και να βελτιώσει τη διεθνή της εικόνα».

Η συμπεριφορά της Κίνας έχει φέρει τα αντίστροφα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα και σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Μια δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε από το Körber-Stiftung δείχνει ότι το 71% των Γερμανών πιστεύουν ότι «αν η Κίνα είχε επιδείξει μεγαλύτερη διαφάνεια, η πανδημία θα ήταν πιο ήπια». Το 68% των Γερμανών αναφέρουν ότι η άποψή τους για τις ΗΠΑ έχει επιδεινωθεί κατά τον τελευταίο χρόνο, το ίδιο όμως ισχύει και για την δημοτικότητα της Κίνας, η οποία έχει πέσει κατά 11%. Στη Γαλλία, δημοσκόπηση της Ifop/Reputation Squad που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Απριλίου ανακάλυψε ότι το 12% των πολιτών αντιμετωπίζει την Κίνα ως καλύτερα προετοιμασμένη για τις προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας.

Η μόνη σημαντική εξαίρεση είναι η Ιταλία, η οποία έχει εδώ και καιρό θετική στάση προς την Κίνα, με την κοινή γνώμη της χώρας να εμφανίζεται ρευστή.

Το ερώτημα για τους Ευρωπαίους πολιτικούς πλέον, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να διαχειριστούν αυτή την νέα εγρήγορση απέναντι στην Κίνα, χωρίς να γίνουν μέρος του ψυχρού πολέμου του Τραμπ. Το πρώτο βήμα είναι η διαπίστωση του βαθμού εξάρτησης από την Κίνα, με ελέγχους επενδύσεων να πραγματοποιούνται αυτή τη στιγμή στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλί και την Ισπανία. Ο Λεμέρ έχει υποσχεθεί να ενισχύσει την αυτονομία σε στρατηγικές αλυσίδες αξίας, όπως αυτές που σχετίζονται με την αυτοκινητοβιομηχανία, την αεροδιαστημική και την φαρμακοβιομηχανία.

Θα μπορέσει η Κίνα να αντιστρέψει το κλίμα;

Το επόμενο τεστ σχετίζεται με τη στρατηγική της ίδιας της Κίνας. Έμπειροι αξιωματούχοι και σύμβουλοι δεν δείχνουν να εγκρίνουν την διπλωματική στρατηγική της Κίνας που έχει περιγραφεί ως «Διπλωματική Σχολή των Σοπράνο». Ο Κινέζος ακαδημαϊκός Λανξίν Σιανγκ, παραδέχεται ότι προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις όταν υποστήριξε ότι υπονομεύει τις προσπάθειες της Κίνας να μετατρέψει την Ευρώπη σε ανάχωμα κατά των ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα και άλλες φωνές εντός της χώρας επικρίνουν τη στρατηγική θεωρώντας ότι δημιουργεί ενδεχόμενα απομόνωσης της Κίνας στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας.

Ωστόσο, με τον Τραμπ να επιχειρεί να συσπειρώσει τους G7 και ιδιαιτέρως τις ευρωπαϊκές δυνάμεις κατά της Κίνας, χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα το μέλλον του Χονγκ Κονγκ, ενδέχεται η Κίνα να διαπιστώσει ότι είναι πολύ αργά για να κερδίσει και πάλι την εύνοια της Ευρώπης.

Πηγή: www.theguardian.com/in.gr